Πώς ζουν οι «νεοαγρότες», μακριά από το χάος και τον καταναλωτισμό. Μερκάλι: «Ζω σε μια καλύβα στα 1.600 μέτρα, αυτοσυντηρούμαι, εξοικονομώ έως και 90%. Δεν θα επέστρεφα ποτέ στην πόλη»
Οι μισοί Ιταλοί ζουν σε μικρούς και μεσαίου μεγέθους οικισμούς (από 5.000 έως 50.000 κατοίκους). Μετά την πανδημία, ένα μικρό «στρατό» περίπου 100.000 ανθρώπων αποφάσισε να εγκαταλείψει τις πόλεις και να μετακομίσει στην ύπαιθρο ή στα βουνά. Δεν πρόκειται για ερημίτες ούτε (μόνο) για αγρότες, αλλά για έναν νέο πληθυσμό που επέλεξε να απομακρυνθεί από το χάος και τον καταναλωτισμό.
Η έρευνα
Η Κάθριν Μπέρμιγχαμ, ο Νέιθαν Τρεβαλιόν και τα τρία τους παιδιά επέλεξαν μια απομονωμένη ζωή σε ένα αγρόσπιτο στο Παλμόλι, στην Αμπρούτσο. Πριν από μήνες βρέθηκαν στο επίκεντρο της επικαιρότητας μετά την παρέμβαση του δικαστηρίου ανηλίκων, το οποίο αποφάσισε να απομακρύνει τα παιδιά. Η υπόθεση της «οικογένειας στο δάσος» έφερε ξανά στο προσκήνιο τον κόσμο των νεοαγροτικών, δηλαδή όσων επιλέγουν να ζουν μακριά από τις πόλεις και συχνά και από βασικές υπηρεσίες. Πρόκειται για πολύ διαφορετικές ιστορίες, εμπνευσμένες από έναν κοινό στόχο: τη δημιουργία εναλλακτικών τρόπων ζωής.
Η Σόνια σπούδασε ευρωπαϊκές γλώσσες και λογοτεχνίες στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Μετά από χρόνια ταξιδιών, βρήκε τελικά τη θέση της: στην ανοιχτή ύπαιθρο, περιτριγυρισμένη από δάση. Ένα ιδανικό μέρος για να αφοσιωθεί στη συγγραφή.
Εδώ και χρόνια επέλεξε να ζει σε στενή επαφή με τη φύση, ανάμεσα σε ελάφια, δέντρα, σκίουρους, μύρτιλα και ξύλα για τη σόμπα τον χειμώνα.
«Έζησα για μεγάλο διάστημα στην έρημο, μετά στο δάσος, τώρα στην ύπαιθρο. Εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια επιλέγω αυθεντικά, βουκολικά, συχνά άγρια μέρη. Η κουζίνα μου είναι παλιά, τουλάχιστον εκατό ετών, και την πλήρωσα λίγες δεκάδες ευρώ», λέει στα κοινωνικά δίκτυα.
Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πόσοι άνθρωποι ζουν σήμερα έτσι: πρόκειται για μεμονωμένα άτομα αλλά και για κοινότητες που συχνά μετακινούνται, άλλες διαλύονται και άλλες δημιουργούνται.
Οι αριθμοί
Σύμφωνα με ττην στατιστική υπηρεσία το 2024 το 16,4% του πληθυσμού ζούσε σε δήμους με έως 5.000 κατοίκους, ενώ περίπου το 50% των Ιταλών ζούσε σε μικρομεσαίους δήμους (5.000–50.000 κατοίκους).
Ιδιαίτερα οι ορεινές περιοχές, από τις Άλπεις έως τα Απέννινα, κατέγραψαν μεταξύ 2019 και 2023 σημαντική αύξηση σχεδόν 100.000 νέων κατοίκων.
«Οι 65.000 από αυτούς είναι Ιταλοί, οι υπόλοιποι ξένοι», εξηγεί ο πρόεδρος της Uncem, Μάρκο Μπουσσόνε. «Η πανδημία επηρέασε σημαντικά τις επιλογές ζωής και ώθησε πολλούς προς τα βουνά».
Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος:
«Υπάρχουν πολλοί νέοι που επιστρέφουν στη γεωργία, αλλά και άνθρωποι που θέλουν να ξεφύγουν από την υπερθέρμανση του πλανήτη, η οποία στις μεγαλουπόλεις γίνεται όλο και πιο αισθητή και ανυπόφορη».
Ο κλιματολόγος Λούκα Μερκάλι μετακόμισε πριν από οκτώμισι χρόνια σε ένα χωριό στα 1.600 μέτρα στο Πιεμόντε:
«Εδώ ζω καλά και ήρεμα, μέσα στη φύση και ανάμεσα σε άλλες οικογένειες. Καλλιεργούμε για ιδιοκατανάλωση και μοιραζόμαστε τη σοδειά. Παράγουμε κυρίως σιτάρι για αλεύρι, αλλά και πατάτες, κόνδυλους και λαχανικά. Το βασικό μου μέλημα είναι η μείωση του οικολογικού αποτυπώματος: καλύπτω το 90% των αναγκών μου με ανανεώσιμες πηγές».
Χάρη στα φωτοβολταϊκά έχει ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ σε περιόδους κακοκαιρίας χρησιμοποιεί το δίκτυο. Με ηλιακή ενέργεια και τη σόμπα τον χειμώνα, εξοικονομεί έως και 90% στους λογαριασμούς.
Σημαντική είναι και η διαφορά με το παρελθόν:
«Κάποτε οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ γεννιούνταν και μεγάλωναν μέσα στη φτώχεια. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: έρχονται κυρίως άτομα με καλή οικονομική κατάσταση που θέλουν να φύγουν από την πόλη».
Η τεχνολογία έχει παίξει καθοριστικό ρόλο:
«Μας έδωσε ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Η τηλεργασία επιτρέπει να ζεις σε μεγάλα υψόμετρα χωρίς να απομονώνεσαι».
Υπάρχουν και όσοι δεν θέλουν να στερηθούν τις ανέσεις
Η κοινωνιολόγος Μαριέλλα Νοτσέντσι εξηγεί:
«Μερικές φορές εμφανίζεται μια “πράσινη ελίτ” που επιλέγει να απομονωθεί. Συχνά πρόκειται για μορφωμένους ανθρώπους, με εμπειρίες στο εξωτερικό και οικονομική άνεση».
Οι πιο δημοφιλείς περιοχές για οικολογικά χωριά είναι η Τοσκάνη, η Εμίλια Ρομάνια και το Πιεμόντε. Εκεί δημιουργούνται κοινότητες που βασίζονται σε αξίες όπως συνεργασία, βιωσιμότητα, δημοκρατία, αλληλεγγύη και σεβασμός.
Άλλοι τρόποι ζωής
Οι τρόποι ζωής διαφέρουν:
άλλοι επιλέγουν μινιμαλισμό, άλλοι διατηρούν ορισμένες ανέσεις, αλλά όλοι δίνουν έμφαση στη βιωσιμότητα και στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Καλλιεργούν τρόφιμα τοπικής παραγωγής, χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και προσπαθούν να περιορίσουν το περιττό. Πρόκειται για έναν τρόπο ζωής που ενισχύει τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία.
Πλεονεκτήματα και όρια
Πόσο εύκολο είναι να επιστρέψει κανείς στην πόλη; «Κάποιοι μετά από 2-3 χρόνια επιλέγουν να επιστρέψουν», λέει η Νοτσέντσι. «Όμως δεν είναι εύκολο: οι κοινωνικοί κανόνες συμπεριφοράς της πόλης θεωρούνται συχνά μη δημιουργικοί».
Υπάρχει επίσης κοινωνική προκατάληψη απέναντι σε αυτόν τον τρόπο ζωής, ενώ θα έπρεπε να υπάρξει περισσότερη σκέψη γύρω από την κατανάλωση, τη χρήση πόρων και τη ρύπανση.
«Ανθρωπολογικά είμαστε όλοι συνδεδεμένοι με τη φύση, αλλά αυτή η σχέση έχει αποδυναμωθεί όταν αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να την ελέγξουμε».
Ζωή κοντά στη φύση, αλλά με δυσκολίες
Παρά τη γοητεία αυτής της ζωής, υπάρχουν ελλείψεις σε υποδομές και υπηρεσίες. Πολλές οικογένειες με παιδιά μετακομίζουν στα βουνά και ζητούν καλύτερη εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη.
Ο στόχος είναι να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής και στις απομακρυσμένες περιοχές, που πλέον δεν είναι απομονωμένες αλλά συνδεδεμένες με τις πόλεις.
Ο Μερκάλι καταλήγει:
«Δεν θα επέστρεφα ποτέ στην πόλη. Έζησα τα πρώτα 30 χρόνια στο Τορίνο, τώρα στα 60 μου ζω ευτυχισμένος στα 1.600 μέτρα. Η βιωσιμότητα περνά μέσα από την τεχνολογία. Το να ζεις στη φύση, να εξοικονομείς ενέργεια και να αυτοσυντηρείσαι δεν είναι επιστημονική φαντασία. Αρκεί να το θέλεις».