Το εμπόριο όπλων μετατρέπει το Πεντάγωνο σε ένα σύγχρονο «House of Cards»
Το δόγμα του Πιτ Χέγκσεθ συνοψίζεται σε μία λέξη: «φονικότητα». Στόχος του είναι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να επιδεικνύουν απόλυτη αποφασιστικότητα στην εξόντωση των αντιπάλων. Έχει ήδη προχωρήσει σε μια συμβολική αλλά αποκαλυπτική κίνηση, μετονομάζοντας το υπουργείο από Άμυνας σε Πολέμου, και εφαρμόζει πλέον την ίδια λογική στο εσωτερικό, εξουδετερώνοντας διαδοχικά τους αντιπάλους του.
Πρώην αξιωματικός της Εθνοφρουράς και τηλεοπτικός σχολιαστής, αυτοπροσδιορίζεται ως «πολεμιστής». Το σκληρό και συχνά ωμό ύφος του εξακολουθεί να βρίσκει απήχηση στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος όχι μόνο τον στηρίζει, αλλά του εκχωρεί ολοένα μεγαλύτερη επιρροή. Πίσω από μια φαινομενικά αδέξια αλαζονεία, διαφαίνεται ένας επιδέξιος χειριστής ισορροπιών εξουσίας: ένας σύγχρονος μιμητής του Φράνσις Άντεργουντ, που αντί για «House of Cards» έχει μετατρέψει το Πεντάγωνο σε μια «House of Bombs», ένα πεδίο εσωτερικών συγκρούσεων πιο επικίνδυνο από τα Στενά του Ορμούζ.
Αρχικά, εκτιμάτο ότι στόχος του θα ήταν ο Νταν Ντρίσκολ, υφυπουργός αρμόδιος για τον Στρατό Ξηράς και στενός σύμμαχος του Τζέι Ντι Βανς. Αντίθετα, ο Χέγκσεθ επέλεξε να πλήξει έναν ισχυρότερο αντίπαλο: τον υφυπουργό Ναυτικού Τζον Φέλαν, προσωπικό φίλο και πολιτικό σύμμαχο του Τραμπ. Ο Φέλαν, δισεκατομμυριούχος από τη Φλόριντα, με έντονη παρουσία στους κύκλους χρηματοδότησης της προεκλογικής εκστρατείας, διατηρεί κατοικία απέναντι από το Μαρ-α-Λάγκο και θεωρείται από τους πλέον έμπιστους ανθρώπους του προέδρου.
Στα τέλη του 2025, ο Φέλαν φάνηκε να επικρατεί, παρουσιάζοντας απευθείας στον πρόεδρο ένα φιλόδοξο σχέδιο για την κατασκευή νέας γενιάς θωρηκτών των μεγαλύτερων και ισχυρότερων που έχουν ποτέ σχεδιαστεί, υπό την ονομασία «κλάση Τραμπ». Η πρωτοβουλία αυτή αποδυνάμωσε προσωρινά τον Χέγκσεθ, ο οποίος ήδη δεχόταν κριτική για αποτυχημένες στρατιωτικές επιλογές και αμφιλεγόμενη διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών.
Ωστόσο, η αντίδραση υπήρξε άμεση. Με τη στήριξη του στενού του συνεργάτη Στίβεν Φάινμπεργκ, ο Χέγκσεθ ξεκίνησε μια συστηματική εκστρατεία απομόνωσης του Φέλαν. Αρχικά απομάκρυνε τον επικεφαλής του γραφείου του, ενώ στη συνέχεια τοποθέτησε δίπλα του έναν ισχυρό «επιτηρητή», τον βετεράνο Χανγκ Κάο. Παράλληλα, του αφαιρέθηκαν κρίσιμες αρμοδιότητες, όπως η εποπτεία των πυρηνικών υποβρυχίων, και καλλιεργήθηκε η εικόνα ενός αξιωματούχου ανίκανου να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της κυβέρνησης.
Υπό την πίεση αυτή, ο Φέλαν υπέπεσε σε στρατηγικό σφάλμα, προτείνοντας τη συνεργασία με ξένα ναυπηγεία για την επιτάχυνση της παραγωγής πολεμικών πλοίων πρόταση που συγκρούεται ευθέως με το δόγμα «America First».
Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό: ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 65,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο προσελκύει το ενδιαφέρον νέων παικτών της αμυντικής βιομηχανίας. Εταιρείες όπως η Anduril και η Palantir προωθούν μια διαφορετική αντίληψη, βασισμένη σε προηγμένα υποβρύχια, αυτόνομα ναυτικά drones, τεχνητή νοημοσύνη και κυβερνοπολεμικά συστήματα.
Παράλληλα, ο Χέγκσεθ διεξάγει μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου έντονη μάχη: έναν ιδεολογικό «καθαρισμό» των ενόπλων δυνάμεων από τις λεγόμενες «woke» αντιλήψεις. Η απομάκρυνση αξιωματικών που θεωρούνται μη ευθυγραμμισμένοι συμπεριλαμβανομένων γυναικών, μειονοτήτων και υποστηρικτών τους αποτελεί πλέον συστηματική πρακτική.
Οι εκκαθαρίσεις έχουν προκαλέσει τριβές ακόμη και εντός της ηγεσίας. Ο Ντρίσκολ συγκρούστηκε με τον Χέγκσεθ υπερασπιζόμενος, μαζί με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Ράντι Τζορτζ, την προαγωγή αξιωματικών που είχαν τεθεί στο στόχαστρο. Η απάντηση του υπουργού ήταν η αποπομπή του Τζορτζ εν μέσω επιχειρήσεων στο Ιράν μια κίνηση που καταδεικνύει ότι η εσωτερική σύγκρουση υπερισχύει ακόμη και των εξωτερικών στρατιωτικών προτεραιοτήτων.
Πηγή: la repubblica