Γιατί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν συνιστά «εφιαλτικό σενάριο» για τις αγορές και τα νοικοκυριά

 Γιατί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν συνιστά «εφιαλτικό σενάριο» για τις αγορές και τα νοικοκυριά

Περισσότερα από 150 δεξαμενόπλοια παραμένουν ακινητοποιημένα στα ανοικτά του Περσικού Κόλπου. Πρόκειται για την πρώτη απτή ένδειξη των συνεπειών της απόφασης που ανακοίνωσαν το βράδυ του Σαββάτου οι Φρουροί της Επανάστασης, έπειτα από τις συντονισμένες επιθέσεις των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ κατά του Ιράν: το κλείσιμο των Στενά του Ορμούζ.

.Σύμφωνα με το Bloomberg, διαμορφώνεται «ένα εφιαλτικό σενάριο» για τις διεθνείς αγορές. Η διακοπή της κυκλοφορίας από τη θαλάσσια οδό μέσω της οποίας διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου ενδέχεται να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις: από την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών έως την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, με άμεσο πλήγμα στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, στην ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά.

Ένα κρίσιμο ενεργειακό πέρασμα

Το στενό πέρασμα μεταξύ Ιράν και Ομάν αποτελεί το σημαντικότερο ενεργειακό «σημείο συμφόρησης» στον πλανήτη. Συνδέει τον Περσικός Κόλπος με τον Ινδικό Ωκεανό και από εκεί διοχετεύονται οι εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου των μεγάλων παραγωγών της περιοχής  Σαουδικής Αραβίας, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Ιράκ και του ίδιου του Ιράν  προς την Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Σύμφωνα με την Energy Information Administration, από τα Στενά διέρχονται καθημερινά περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, δηλαδή το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης, καθώς και αντίστοιχο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου, κυρίως από το Κατάρ. Πάνω από το 80% αυτών των ροών κατευθύνεται προς την Ασία.

Τι συνεπάγεται η διακοπή

Η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι η ναυσιπλοΐα δεν είναι πλέον «ασφαλής». Ήδη καταγράφονται επιθέσεις και περιστατικά που εντείνουν το κλίμα αβεβαιότητας, ενώ μεγάλοι ναυτιλιακοί όμιλοι, όπως η Maersk, ανέστειλαν τις διελεύσεις. Ακόμη και χωρίς πλήρη αποκλεισμό, στο παρελθόν αρκούσαν κατασχέσεις πλοίων ή ηλεκτρονικές παρεμβολές για να καταστήσουν τη διαδρομή υπερβολικά επικίνδυνη, εκτοξεύοντας τα ασφάλιστρα.

Η μείωση της προσφοράς συνεπάγεται σχεδόν αυτομάτως αύξηση των τιμών. Πριν από τις πρόσφατες επιθέσεις, το Brent διαπραγματευόταν κοντά στα 73 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 60 δολάρια στα τέλη Δεκεμβρίου. Ήδη στις εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές η τιμή κινήθηκε ανοδικά προς τα 80 δολάρια. Σε περίπτωση παρατεταμένου αποκλεισμού, αναλυτές εκτιμούν ότι δεν αποκλείεται άνοδος άνω του 70%, με τιμές που θα μπορούσαν να υπερβούν τα 120-130 δολάρια.

Η αντίδραση του OPEC+ και τα όρια

Οι χώρες του OPEC+, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ρωσία, αποφάσισαν αύξηση της παραγωγής κατά 206.000 βαρέλια ημερησίως για τον Απρίλιο. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του μέτρου αμφισβητείται. Η συνολική παραγωγή του οργανισμού υπερβαίνει τα 42 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ το ζήτημα δεν αφορά μόνο την άντληση αλλά και τη μεταφορά. Με τα Στενά κλειστά, σημαντικό μέρος των εξαγωγών παραμένει εγκλωβισμένο, παρά τις εναλλακτικές υποδομές που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια.

Οι επιπτώσεις σε Ασία, Ευρώπη και ΗΠΑ

Η Ασία, κύριος αποδέκτης των ροών, αναμένεται να δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα. Ιδιαίτερα εκτεθειμένη εμφανίζεται η Κίνα, βασικός εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης και κύριος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου. Ένας παρατεταμένος αποκλεισμός θα είχε και «μπούμερανγκ» αποτέλεσμα για το ίδιο το Ιράν, περιορίζοντας δραστικά τα πετρελαϊκά του έσοδα.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξάρτηση από το πετρέλαιο του Κόλπου είναι μικρότερη σε σχέση με το παρελθόν, όμως η Ένωση συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους εισαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου. Μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαντικός προμηθευτής είναι το Κατάρ, του οποίου τα φορτία διέρχονται από τα Στενά. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου και αερίου μεταφράζεται σε ακριβότερα καύσιμα, υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας και αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, με συνέπειες για την ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αν και η χώρα έχει εξελιχθεί σε κορυφαίο παραγωγό πετρελαίου και εξαγωγέα LNG, δεν παραμένει ανεπηρέαστη από τις διεθνείς διακυμάνσεις. Η αύξηση της τιμής του βαρελιού μετακυλίεται γρήγορα στην τιμή της βενζίνης, με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ο πρόεδρος Donald Trump έχει δηλώσει ότι δεν ανησυχεί για τις εξελίξεις, ενώ, σύμφωνα με τους Financial Times, προς το παρόν δεν εξετάζεται η αποδέσμευση αποθεμάτων από τη στρατηγική πετρελαϊκή εφεδρεία.

Σε ένα ήδη εύθραυστο διεθνές περιβάλλον, η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας στις αγορές. Οι επόμενες ημέρες θα κρίνουν αν πρόκειται για παροδική αναταραχή ή για μια κρίση με βαθύτερες και διαρκέστερες επιπτώσεις.